Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΚΑΝ, ΓΙΑ ΑΝΑΚΡΙΒΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΡΝΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (7/10/6/2011) από την Αστυνομία ότι η εφημερίδα «Πολίτης» δημοσίευσε στην έκδοσή της, στις 4/6/2011, ανακριβή είδηση που περιείχε «ανυπόστατους και  άστοχους χαρακτηρισμούς» και επίσης ότι αρνήθηκε να δημοσιεύσει απαντητική επιστολή.
Ειδικότερα, το παράπονο ανέφερε ότι είδηση της εφημερίδας υπό τον τίτλο «Αγόρασαν κόκα και την έχασαν» συνιστά παραβίαση της πρόνοιας περί της ακρίβειας των πληροφοριών, ενώ η εφημερίδα στη συνέχεια αρνήθηκε να παράσχει το δικαίωμα απάντησης.
Στην είδηση της εφημερίδας αναφερόταν ότι η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών  αγόρασε με χρήματα από τα κονδύλιά της 230 γραμμάρια κοκαΐνης έναντι 20.000 ευρώ και στη συνέχεια επιστράτευσε πολίτη πράκτορά της για να τη διαθέσει σε ανθρώπους που διοχετεύουν ναρκωτικά στην αγορά, με στόχο να τους συλλάβει.
Όμως, σύμφωνα με την είδηση, «κάτι πήγε στραβά και τα ναρκωτικά εξαφανίστηκαν καταλήγοντας προφανώς στα χέρια του τελικού παραλήπτη, ο οποίος κατάφερε να κινηθεί χωρίς να γίνει αντιληπτός από τα μέλη της ΥΚΑΝ».
Σύμφωνα με την εφημερίδα, η επιχείρηση που απέτυχε οργανώθηκε την  1η Ιουνίου, 2011.
Η εφημερίδα ανέφερε στην είδησή της ότι μετά την αποτυχία λήφθηκαν μέτρα για να μη διαρρεύσουν πληροφορίες στον Τύπο και ότι έγιναν μεταθέσεις μελών της ΥΚΑΝ από τη Λεμεσό, όπου είχε στηθεί η επιχείρηση.
Η Αστυνομία ανέφερε στο παράπονό της ότι όσα αναφέρονται στο δημοσίευμα «δεν περιέχουν ίχνος αληθείας» και ότι  η ΥΚΑΝ «δεν αγόρασε ναρκωτικά με δαπάνη από τις εγκεκριμένες πιστώσεις της, τα οποία στη συνέχεια απώλεσε δήθεν σε αποτυχημένη επιχείρηση».
Επίσης ανέφερε ότι ο τίτλος της είδησης προκαλεί εσφαλμένες εντυπώσεις και παραπληροφόρηση» και ζημιά στο κύρος, την αξιοπιστία και την εικόνα της Αστυνομίας.
Εξ άλλου, ανέφερε ότι ο δημοσιογράφος που έγραψε την είδηση δεν επικοινώνησε με αρμόδιο ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για να ζητήσει και να έχει επίσημη επιβεβαίωση ή διάψευση των πληροφοριών.
Στην επιστολή που στάληκε στην εφημερίδα για δημοσίευση, πέραν της διάψευσης για την αγορά και απώλεια ναρκωτικών, αναφερόταν ότι επιχειρήσεις έγιναν και θα γίνονται στην προσπάθεια πάταξης της εμπορίας και χρήσης ναρκωτικών και ότι σε κάθε περίπτωση υπάρχει βαθμός επικινδυνότητας.
Επίσης διαψεύδονταν ως «ανάξιες λόγου» οι πληροφορίες περί διατύπωσης απειλών για να μη διαρρεύσουν πληροφορίες και περί μεταθέσεων ως αποτέλεσμα της αποτυχίας της επιχείρησης. Αναφέρεται συναφώς ότι οι μεταθέσεις έγιναν ύστερα από αίτημα των επηρεαζομένων που είχε υποβληθεί πριν από μήνες.
Η εφημερίδα απάντησε ότι οι πληροφορίες που παρατέθηκαν στο δημοσίευμα έτυχαν διασταύρωσης τόσο από τον υπογράφοντα το κείμενο Γιάννη Νεάρχου όσο και από τον υπεύθυνο του αστυνομικού ρεπορτάζ Μανώλη Καλατζή.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι η διασταύρωση των πληροφοριών έγινε από περισσότερες των δύο πηγών οι οποίες έτυχε και στο παρελθόν να δώσουν πληροφορίες, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν. Παράλληλα, την επομένη του δημοσιεύματος η αστυνομική συντάκτρια της εφημερίδας, Σόφη Ορφανίδου, ενημέρωσε τους υπεύθυνους της εφημερίδας ότι είχε λάβει τις ίδιες πληροφορίες το προηγούμενο βράδυ από αξιόπιστη πηγή της.
Επίσης ανέφερε ότι  την επομένη της δημοσίευσης και αφού ήδη είχε εκδοθεί η διάψευσης της Αστυνομίας, ο συντάκτης του κειμένου επικοινώνησε με τον αστυνομικό συντάκτη τηλεοπτικού καναλιού, ο οποίος του είπε πως οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν ευσταθούσαν και ότι τις είχε διασταυρώσει και ο ίδιος με δική του πηγή πληροφοριών.
Η εφημερίδα ανέφερε ότι δεν αποτάθηκε για να λάβει την επίσημη θέση της Αστυνομίας για το λόγο ότι θεωρούσε επαρκή τη διασταύρωση των πληροφοριών της πριν από τη δημοσίευση και επίσης γιατί σε άλλες περιπτώσεις η Αστυνομία είχε δώσει διαφορετική επίσημη εκδοχή από τα πραγματικά γεγονότα, όπως αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων.
Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην υπόθεση απώλειας δώδεκα κιλών κάνναβης στη διάρκεια «ελεγχόμενης επιχείρησης» παράδοσης ναρκωτικών, στην απόδραση του ισοβίτη Αντώνη Προκοπίου Κίτα και στο ξυλοδαρμό δύο φοιτητών στη Λευκωσία το Δεκέμβριο του 2005.
Θέση της εφημερίδας είναι ότι η Αστυνομία έδωσε διαφορετική επίσημη εκδοχή  και για τις τρεις περιπτώσεις, η οποία στη συνέχεια διαψεύσθηκε από τα γεγονότα και από στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας.
Η εφημερίδα ανέφερε πως υπό τα πιο πάνω δεδομένα θεωρούσε ότι καμία απολύτως βάση αξιοπιστίας μπορούσε να δοθεί στην καταγγελία που υποβλήθηκε στην Επιτροπή. Ανέφερε, ακόμη, ότι αντίθετα, σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις είναι η δημοσιογραφία που αποκάλυψε την πραγματικότητα την οποία η Αστυνομία Κύπρου εσκεμμένα απέκρυβε από την κοινή γνώμη.
Τέλος η εφημερίδα απέδωσε την καταγγελία εκ μέρους του Αρχηγού της Αστυνομίας σε αλλότρια κίνητρα, ισχυριζόμενη ότι τα αποκάλυψε ο ίδιος όταν προειδοποίησε ότι «δεν θα μας ανεχθεί περαιτέρω…επειδή είχαμε το «θράσος» να του υποβάλουμε μια ερώτηση όταν αρχίσαμε τις αποκαλύψεις ντοκουμέντων για το μεγάλο φιάσκο της απόδρασης Κίτα».
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η εφημερίδα ανέφερε ότι φιλοξένησε την επιστολή της Αστυνομίας  στην ιστοσελίδα της την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 4 Ιουνίου, 2011 και τη δημοσίευσε στις 18 Ιουνίου. Σύμφωνα με την εφημερίδα η καθυστέρηση στη δημοσίευση της επιστολής οφείλεται σε παραδρομή, λόγω αναχώρησης του συντάκτη της είδησης με άδεια, αμέσως μετά τη δημοσίευση της είδησης.
Η Επιτροπή, εξετάζοντας τα ενώπιόν της στοιχεία και τις εκατέρωθεν θέσεις διαπίστωσε ότι δεν ήταν εντός των αρμοδιοτήτων και δυνατοτήτων της να αποφανθεί είτε για την ακρίβεια των στοιχείων της είδησης ή της εκδοχής της Αστυνομίας. Κατά συνέπεια περιορίστηκε να εξετάσει κατά πόσο υπήρξε παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας στο χειρισμό της είδησης.
Θέση της εφημερίδας είναι ότι θεώρησε αρκετή την επιβεβαίωση των πληροφοριών μέσω των πηγών της και ότι δεν θα ήταν πρόσφορο να ζητήσει την επίσημη εκδοχή για τις πληροφορίες της, επειδή σε προηγούμενες περιπτώσεις η επίσημη εκδοχή διαψεύσθηκε εκ των υστέρων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και επομένως θα πρέπει να τυγχάνει ορθού χειρισμού. Το γεγονός ότι σε προηγούμενες περιπτώσεις επιβεβαιώθηκαν οι πηγές της εφημερίδας και διαψεύσθηκε η επίσημη εκδοχή δεν αποτελεί λόγο για να μη ζητείται είτε η επίσημη επιβεβαίωση πληροφοριών, ή έστω η λήψη της εκδοχής των αρμοδίων αρχών ή άμεσα επηρεαζομένων προσώπων.
Πάντως, η πρακτική της λήψης της επίσημης εκδοχής δεν διέπεται από ρητούς κανόνες και εξαρτάται από τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Καλόν θα είναι οι δημοσιογράφοι να αποδεικνύουν την καλή τους πίστη και αντικειμενικότητα, ζητώντας την εκδοχή ή τα σχόλια των άμεσα ενδιαφερομένων, ειδικά σε περιπτώσεις ειδήσεων που από τη φύση τους είναι δυνατό να θίξουν άτομα ή να δημιουργήσουν εντυπώσεις που θα είναι δύσκολο να ανατραπούν εκ των υστέρων.
Η Επιτροπή επιθυμεί επίσης να σημειώσει ότι η επιβεβαίωση πληροφοριών μέσω άλλων δημοσιογράφων δεν αποτελεί ασφαλή δημοσιογραφική πρακτική και δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει τον έλεγχο των πληροφοριών στην πηγή τους, όταν ενδείκνυται.
Τέλος, η Επιτροπή σημείωσε ότι η εφημερίδα φιλοξένησε την απάντηση της αστυνομίας στην ιστοσελίδα της αμέσως μετά τη δημοσίευση της είδησης, διατυπώνοντας τα σχόλιά της και τέλος δημοσίευσε την ανακοίνωση της Αστυνομίας, έστω και με καθυστέρηση, την οποία απέδωσε σε απουσία του αρμοδίου συντάκτη,
Η δημοσίευση της ανακοίνωσης θεωρείται ότι ικανοποιεί την πρόνοια περί παροχής του δικαιώματος απάντησης στους άμεσα ενδιαφερομένους.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ πρέπει να ενεργούν σύμφωνα με την πρόνοια του σχετικού άρθρου, ότι η δημοσίευση της απάντησης θα πρέπει να γίνεται μέσα σε χρονικό διάστημα που δεν θα απέχει χρονικά από το δημοσίευμα ή τη μετάδοση τόσο, ώστε το δικαίωμα απάντησης να καθίσταται άνευ αντικειμένου.

 

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...