Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΗ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (3/15/3/2011) από την Eπίκουρο Καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου Ελένη Καλοκαιρινού, ότι άρθρο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Sunday Mail, στις  27/2/2011 και αναφερόταν στην ίδια παραβίασε πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Το παράπονο αφορούσε σε γεγονότα που ανάγονται στο 2009, όταν μετά την εκλογή της κ. Καλοκαιρινού στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, άλλος υποψήφιος διατύπωσε τον ισχυρισμό ότι η παραπονούμενη, σε άρθρο της που δημοσίευσε το 1999 είχε διαπράξει λογοκλοπή, δηλαδή αντιγραφή από το επιστημονικό έργο  του φιλόσοφου Αλασντερ Μακιντάϊρ περί αρετής.
Μετά τη δημοσίευση σχετικής είδησης από το δημοσιογράφο Ηλία Χαζού στη Sunday Mail, στις 10 Ιανουαρίου, 2009, το Πανεπιστήμιο Κύπρου άρχισε πειθαρχική διαδικασία εναντίον της κ. Καλοκαιρινού. Για το άρθρο αυτό η παραπονούμενη καταχώρισε αγωγή λιβέλου εναντίον του δημοσιογράφου και της εφημερίδας.
Η πειθαρχική διαδικασία του Πανεπιστημίου Κύπρου έληξε με την αθώωση της κ. Καλοκαιρινού από την κατηγορία της λογοκλοπής από την Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου, τον Ιούνιο του 2010, για τυπικούς λόγους, και συγκεκριμένα επειδή οι κανονισμοί με βάση τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία είχαν εγκριθεί μεταγενέστερα του γεγονότος που αποτελούσε το αντικείμενο  της διερεύνησης. Το Σεπτέμβριο του 2010 η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου αθώωσε την κ. Καλοκαιρινού και για λόγους ουσίας, αναφέροντας ότι είχε πεισθεί ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση λογοκλοπής και κήρυξε το θέμα λήξαν.
Στις 27 Φεβρουαρίου, 2011, η εφημερίδα Sunday Mail δημοσίευσε άρθρο του κ. Χαζού, το οποίο σχολίαζε τον όλο χειρισμό του θέματος, με επίκεντρο την αναφορά στην αθωωτική απόφαση της Συγκλήτου ότι «ορισμένες παραπομπές στο έργο του Α. Μακιντάιαρ θα μπορούσαν να είχαν γίνει πιο προσεκτικά». Το άρθρο προχωρούσε στη διαπίστωση ότι η αναφορά αυτή βρισκόταν σε αντίφαση με την απόφαση της Συγκλήτου πως «δεν επρόκειτο για περίπτωση λογοκλοπής» και κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η φρασεολογία που χρησιμοποιήθηκε παρέπεμπε σε μη εκ προθέσεως λογοκλοπή, δηλαδή σε κακή χρήση παραπομπών χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Περαιτέρω ασκούσε κριτική στην απόφαση, αναφέροντας ότι «οποιοδήποτε πανεπιστήμιο που αξίζει να ονομάζεται έτσι θα πρέπει να είναι έτοιμο να υποδείξει ότι η μη σκόπιμη λογοκλοπή εξακολουθεί να είναι λογοκλοπή και η τσαπατσούλικη εργασία δεν αποτελεί δικαιολογία».
Τέλος ανέφερε ότι η απόφασή της Συγκλήτου θα ήταν περισσότερο λογική αν υιοθετούσε το πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού, το οποίο υποβλήθηκε στην πειθαρχική επιτροπή. Το πόρισμα υποστήριζε ότι η κ. Καλοκαιρινού διέπραξε μη εκ προθέσεως λογοκλοπή και ότι θα έπρεπε να της είχε επιβληθεί η πιο ήπια ποινή της γραπτής επίπληξης, που διαγράφεται μετά τριετία.
Η παραπονούμενη ανέφερε, μέσω του δικηγόρου της κ. Ξενή Ξενοφώνος, ότι το άρθρο:
(α) Παραβιάζει προσωπικά δεδομένα της κας Καλοκαιρινού αναφερόμενο στο όνομά της.
(β) Παρουσιάζει μεροληπτικά την αθώωση της κας Καλοκαιρινού αποδίδοντας την σε δήθεν διαδικαστικούς λόγους, ενώ αυτή επήλθε και για λόγους ουσίας.
(γ) Επιμένει σε δήθεν ύπαρξη λογοκλοπής, παραθέτοντας μόνο την άποψη ότι υπήρξε λογοκλοπή, χωρίς να λάβει την άποψη της κας Καλοκαιρινού, ή έστω την άποψη των μελών της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου του Πανεπιστημίου Κύπρου, η οποία και την αθώωσε.
(δ) Παραβιάζει το τεκμήριο της αθωώτητας, αποδίδοντας στην κα Καλοκαιρινού τη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος ακόμη και μετά την αθώωση της.
(ε) Ασχολείται με το θέμα αρκετό καιρό μετά την παρέλευση του και ενώ αυτό δεν σχετίζεται με την επικαιρότητα.
Η εφημερίδα απάντησε ότι το άρθρο έδινε έμφαση στον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από το Πανεπιστήμιου και ότι δεν ετίθετο θέμα μεροληπτικής παρουσίασης του θέματος, αναφέροντας ότι κατέγραφε τα ουσιώδη γεγονότα. Η εφημερίδα ανέφερε επίσης ότι σκοπός του άρθρου ήταν να επισημάνει την ανακολουθία στη συλλογιστική της Συγκλήτου, η οποία «από τη μια…αθωώνει την παραπονούμενη και από την άλλη την παροτρύνει να είναι πιο προσεκτική στης παραπομπές της».
Κατά την εξέταση του παραπόνου η Επιτροπή έλαβε υπόψη το γεγονός ότι εκκρεμεί αγωγή λιβέλου ενώπιον δικαστηρίου και για το λόγο αυτό απέφυγε να υπεισέλθει σε θέματα που δυνατό να αποτελέσουν αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας και απόφασης. Η Επιτροπή περιορίστηκε να εξετάσει τις πτυχές που αφορούν σε παραβιάσεις προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Η Επιτροπή μελέτησε τα επί μέρους παράπονα της κ. Καλοκαιρινού και αποφάσισε ότι η δημοσίευση και μόνο του ονόματος της δεν συνιστούσε, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί ιδιωτικης ζωής. Και αυτό διότι το θέμα αφορούσε αποκλειστικά σ’ αυτήν και είχε ήδη τύχει ευρείας δημοσιότητας, ενώ πέραν του ονόματος της δεν αναφέρθηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Περαιτέρω αποφάσισε ότι δεν ετίθετο θέμα παραβίασης της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας, δεδομένου ότι η πρόνοια αυτή έχει εφαρμογή πριν από την εκδίκαση μιας υπόθεσης και όχι στην περίπτωση σχολιασμού μιας δικαστικής ή οιωνοί δικαστικής απόφασης.
Η Επιτροπή αποφάσισε ότι ο σχολιασμός της απόφασης της Συγκλήτου, η άσκηση κρητικής για την απόφασή και η διατύπωση απόψεων από το συντάκτη του άρθρου αποτελούσε αναφαίρετο δικαίωμα της εφημερίδας, στο πλαίσιο του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Η διατύπωση απόψεων και σχολίων  έγινε επί συγκεκριμένων στοιχείων τα οποία ο δημοσιογράφος είχε τεκμηριώσει.
Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε πως, δεδομένου του γεγονότος ότι ο δημοσιογράφος, μετά την αθώωση της κ. Καλοκαιρινού, διατύπωσε τη δική του άποψη περί διάπραξης μη ηθελημένης λογοκλοπής και επικαλέστηκε ανάλογες αναφορές στο πόρισμα του ερευνώντος λειτουργού, οι οποίες σαφώς έθιγαν την παραπονούμενη, θα έπρεπε να είχε παραθέσει και τις θέσεις και απόψεις της , στο πλαίσιο της παροχής του δικαιώματος απάντησης.
Η εφημερίδα ανέφερε ότι δεν ζήτησε την άποψη της παραπονούμενης επειδή ήταν γνωστή, εφ’ όσον η ίδια είχε υποβάλει μήνυση λιβέλου στην εφημερίδα.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι ο ερευνών λειτουργός δεν ήταν το αρμόδιο όργανο για να αποφασίσει επί της κατηγορίας για διάπραξη λογοκλοπής –γεγονός που ανέφερε και ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου- και οι απόψεις του δεν αναφέρθηκαν ως βάση είτε για την απόφαση της Επιτροπής Πειθαρχικού Ελέγχου είτε της Συγκλήτου. Κατά συνέπεια η Επιτροπή αποφάσισε ότι από τη στιγμή που ο συντάκτης του άρθρου επέλεξε να ασκήσει κριτική για την απόφαση και να παραθέσει τόσο τα δικά του σχόλια όσο και τις απόψεις του ερευνώντος λειτουργού που έθιγαν την παραπονούμενη, όφειλε να μεριμνήσει να δημοσιευθούν και οι απόψεις της, στο πλαίσιο των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παροχής στους άμεσα επηρεαζομένους του δικαιώματος απάντησης στην κατάλληλη περίπτωση.
Το γεγονός ότι οι απόψεις της παραπονουμένης αναφέρθηκαν στην αγωγή λιβέλου εναντίον της εφημερίδας δεν αποτελεί δικαιολογητικό για την παράλειψη, δεδομένου ότι αντικειμενικά δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί πως τις γνώριζαν ή ότι θα έπρεπε να τις γνωρίζουν και οι αναγνώστες. Ακόμη και να ήταν γνωστές, είχαν διατυπωθεί στο πλαίσιο της αγωγής λιβέλου και όχι ως απάντηση σε σχόλια του δημοσιογράφου και του ερευνώντος λειτουργού.
Κατά συνέπεια, η παράλειψη λήψης και δημοσίευσης των απόψεων της παραπονουμένης συνιστά παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί παραχώρησης του δικαιώματος απάντησης, η οποία μάλιστα θα έπρεπε, ως εκ της φύσης του θέματος, να δημοσιευθεί ταυτόχρονα με το υπόλοιπο κείμενο.
Περαιτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε πως δεν ευσταθεί το παράπονο ότι η αθώωση της παραπονουμένης παρουσιάστηκε μεροληπτικά ως επελθούσα μόνο για διαδικαστικούς λόγους. Η εφημερίδα έγραψε μεν ότι η Επιτροπή Πειθαρχικού Ελέγχου αποφάσισε να αθωώσει την κ. Καλοκαιρινού για τυπικούς λόγους, αλλά ταυτόχρονα παρέθεσε την απόφαση της Συγκλήτου, που καταγράφηκε στα πρακτικά συνεδρίας της ημερομηνίας 8ης Σεπτεμβρίου, 2010, σύμφωνα με τα οποία «μετά από ανταλλαγή διαφόρων απόψεων η Σύγκλητος αναφέρει ότι από τα στοιχεία που έχει ενώπιον της έχει πεισθεί ότι δεν πρόκειται για περίπτωση λογοκλοπής από το έργο του Alasdair Macintyre», έστω και αν παρέλειψε το σκεπτικό, ότι δηλαδή «στο θέμα του άρθρου και στον τίτλο αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται για ανάλυση του έργου του Α. Macintyre».
Επίσης παρέθεσε δήλωση του πρύτανη κατά την περίοδο εκείνη ότι η Σύγκλητος είχε ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης.
Τέλος, η Επιτροπή αποφάσισε ότι το γεγονός πως η εφημερίδα ασχολήθηκε με το θέμα με αρκετή καθυστέρηση δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ως μεροληπτική μεταχείρηση κατά παράβαση του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...