Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΓΙΑ ΑΝΤΙΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΑΚΡΙΒΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (24/2008 -20/8/08) από το δημοσιογράφο Λοϊζο Αντωνίου, μέσω της Ενωσης Συντακτών Κύπρου, για αντιδεοντολογικά και ανακριβή δημοσιεύματα στο «Φιλελεύθερο».
Το ένα δημοσίευμα, στις 7/8/08, σχολίαζε επιστολή της Λιλής Ζωγράφου, που δημοσιεύθηκε το 1972 στον ελληνικό τύπο, με την οποία αποδοκίμαζε τις επιχορηγήσεις του Ιδρύματος Φορντ. Το σχόλιο έκανε παραλληλισμό με τις Αμερικανικές χρηματοδοτήσεις για την έγκριση του σχεδίου Ανάν στην Κύπρο.
Το παράπονο ήταν ότι σχόλια που συνόδευαν την αναδημοσίευση της επιστολής από το «Φιλελεύθερο» «έχουν υπερβεί τα εσκαμμένα».
Το δεύτερο δημοσίευμα, στις 12/8/08 αφορούσε στη διανομή ενθέτων από κυπριακές εφημερίδες βιβλιαρίων με περίληψη του σχεδίου Ανάν στην περίοδο προ του δημοψηφίσματος του 2004 και ανέφερε ότι οι εφημερίδες τα διένειμαν γιατί «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα, ούτε ποιος ήταν ο ρόλος των διαφόρων οργανώσεων που είχαν εμφανισθεί σαν μανιτάρια για να μας διαφωτίσουν».
Σύμφωνα με το παράπονο, ο ισχυρισμός ότι «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα» είναι ανακριβής, γιατί στη δεύτερη σελίδα αναγράφονται σαφώς τα ονόματα των ατόμων που είχαν την πρωτοβουλία ετοιμασίας των βιβλιαρίων και ότι η χρηματοδότηση έγινε από τον Αμερικανικό Οργανισμό για τη Διεθνή Ανάπτυξη και από το Πρόγραμμα Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών μέσω του  Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Υπηρεσίες Προγραμμάτων (UNOPS).
Ως προς το παράπονο για υπέρβαση των εσκαμμένων, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι πολύ γενικό και αόριστο και ότι, εν πάση περιπτώσει, το δημοσίευμα αποτελεί έκφραση γνώμης και δεν συνιστά παράβαση οποιασδήποτε πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Συνεπώς, αποφασίστηκε να εξετασθεί μόνο το δεύτερο παράπονο ως προς τον ισχυρισμό για ανακρίβεια του δημοσιεύματος της 12ης Αυγούστου, για το οποίο ζητήθηκαν οι απόψεις της εφημερίδας.
Ο συγγραφέας του επίμαχου άρθρου αρχισυντάκτης του «Φιλελεύθερου» κ. Αριστος Μιχαηλίδης, στην απάντησή του ανέφερε ότι το επίμαχο άρθρο ήταν συνέχεια άρθρων προηγούμενων ημερών σε σχέση με αποκάλυψη από το δημοσιογράφο Μιχάλη Ιγνατίου εγγράφων του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών τα οποία, σύμφωνα με τη θέση του κ. Μιχαηλίδη, «για να αποφύγουν την ενημέρωση της κυπριακής κυβέρνησης για τον τρόπο που θα διοχέτευαν και τους παραλήπτες εκατομμυρίων δολαρίων, οι Αμερικανοί ήθελαν να υπαχθεί η διαχείριση σε πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών», και η Αμερικανική πρεσβεία αποφάσιζε ποιος θα έπαιρνε τα χρήματα. Επίσης ανέφερε ότι τα γραφόμενα του αναφέρονταν σε έγγραφο του Στέιτ Ντιπάρμεντ που εκτιμούσε ότι «το μεγάλο ποσό της ετήσιας χορηγίας -10 εκ. δολάρια ετησίως- αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό νέο εργαλείο άσκησης πολιτικής για τις ΗΠΑ και τον ΟΗΕ».
Ο κ. Μιχαηλίδης, εξήγησε ότι με τα πιο πάνω «είναι φανερό τι εννοώ όταν λέω ότι τότε «δεν γνώριζε κανένας ποιοι κρύβονταν πίσω  και έδιναν τα χρήματα» και ότι οι αναφορές του δεν είχαν καμιά σχέση με το ποιοι παρουσιάζονταν ως οι εκδότες των εντύπων, (δηλαδή ο Αμερικανός Οργανισμός για τη Διεθνή Ανάπτυξη και το Πρόγραμμα Αναπτύξεως των Ηνωμένων Εθνών μέσω του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για Υπηρεσίες Προγραμμάτων (UNOPS).
Επίσης επικαλέστηκε το γεγονός ότι στην τελευταία παράγραφο του άρθρου του ανέφερε ότι το ένθετο «έφερε την υπογραφή εκείνων που το έκαναν».
Η Επιτροπή σημείωσε ότι από το μεμονωμένο άρθρο της 12ης Αυγούστου (και χωρίς ανελλιπή παρακολούθηση της προηγούμενης ειδησεογραφίας και αρθρογραφίας) δεν ήταν δυνατό να εξαχθεί σαφές συμπέρασμα για την ακριβή έννοια της πιο πάνω φράσης του αρθρογράφου.
Με τις παρασχεθείσες εξηγήσεις αποσαφηνίστηκε το νόημα των επίμαχων σημείων του άρθρου. Η Επιτροπή κατέληξε στην απόφαση ότι τα αναφερθέντα δημοσιεύματα, ως συνέχεια προηγούμενης ειδησεογραφίας και αρθρογραφίας, αν και δεν ήταν απολύτως σαφή εκ πρώτης όψεως στον αναγνώστη και θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε παραπλάνηση, υπό το φως των διευκρινίσεων που δόθηκαν, και λαμβανομένου υπόψη του θεμελιακού χαρακτήρα της ελευθερίας έκφρασης, δεν συνιστούσαν παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί της ακρίβειας των δημοσιευμάτων.

ΣΗΜ: Μετά την κοινοποίηση της απόφασης, ο παραπονούμενος απέστειλε επιστολή με παρατηρήσεις του, αναφέροντας ότι και τα δύο παράπονά του θα έπρεπε να είχαν γίνει αποδεκτά, παραθέτοντας διάφορα επιχειρήματα. Αργότερα κλήθηκε σε συνεδρία υποεπιτροπής και παρέθεσε τα ίδια επιχειρήματα.
Ως προς το πρώτο παράπονο διαπιστώθηκε ότι η επιχειρηματολογία του δεν είχε περιληφθεί στη γραπτή διατύπωση του παραπόνου του. Ως προς το δεύτερο, υποδείχθηκε το σημείο της αρθρογραφίας στο οποίο αναφέρεται ότι τα βιβλιάρια έφεραν την υπογραφή εκείνων που το έκαναν και συνεπώς ήταν λογικό να υποτεθεί ότι ο αρθρογράφος, με την αναφορά του σε άγνωστους που κρύβονταν πίσω και έδιναν τα χρήματα, εννοούσε κάποιους που κατ’ ισχυρισμό ήταν πίσω από τους χρηματοδότες, όπως εξήγησε και ο ίδιος. Επομένως η διαπίστωση ήταν ότι επρόκειτο για ελλιπή διατύπωση ή παράλειψη, όχι όμως και για εσκεμμένη ή εξ αμελείας ή άγνοια παραπληροφόρηση.
Τονίστηκε ακόμη η θέση ότι ότι το δικαίωμα της έκφρασης είναι τόσο θεμελιακό, ώστε να καλύπτει και περιπτώσεις κατά τις οποίες, λόγω ελλιπούς διατύπωσης ή παράλειψης ενδεχομένως να μη δίδεται σαφώς το νόημα.

Ως προς το αίτημα για επανεξέταση της απόφασης, υποδείχθηκε στον παραπονούμενο και επικυρώθηκε από την ολομέλεια της Επιτροπής ότι με βάση την πάγια πρακτική, δεν μπορεί να γίνει επανεξέταση μιας υπόθεσης, εκτός εάν προκύψουν ουσιώδη στοιχεία τα οποία δεν ήταν γνωστά ή δεν ήταν δυνατό να ήταν γνωστά κατά το χρόνο της υποβολής του παραπόνου και εξέτασής του από την Επιτροπή.

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...