Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας επιλήφθηκε παραπόνου  (15/16/7/2010) από το δημοσιογράφο Πέτρο Θεοχαρίδη για δημοσιεύματα της εφημερίδας «Χαραυγή» σε σχέση με την αποκάλυψη εγγράφων τα οποία τον έφεραν να είχε λάβει αμοιβή από τη CYTA για συνεργασία δημοσιογραφικής φύσης.
Σύμφωνα με το παράπονο, η «Χαραυγή», σε δημοσιεύματά της στις 15 Ιουλίου 2010 και 16 Ιουλίου 2010, έθεσε θέμα δημοσιογραφικής δεοντολογίας εκ μέρους δημοσιογράφου (στη πρώτη ημερομηνία) και δημοσιογράφων (στη δεύτερη ημερομηνία), τα οποία, αν και δεν αναφέρονταν σε ονόματα, φωτογράφιζαν τον ίδιο.
Ο παραπονούμενος ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει, πρώτον, αν τίθεται και πώς θέμα παραβίασης της δημοσιογραφικής δεοντολογίας από τον ίδιο με οποιαδήποτε δημοσιεύματά του λόγω της εργοδότησής του από το «Φιλελεύθερο» και της παράλληλης συνεργασίας του επ’ αμοιβή με τη Cyta, και δεύτερον, κατά πόσο τα δημοσιεύματα της «Χαραυγής συνιστούσαν παραβίαση κανόνων του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
Ο κ. Θεοχαρίδης διατύπωσε απόψεις επί των δύο θεμάτων και όταν του ζητήθηκε να εξειδικεύσει το παράπονό του σχετικά με τα δημοσιεύματα της «Χαραυγής» πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να αποσύρει το σκέλος που αφορούσε στην εφημερίδα, από σεβασμό προς τη δημοσιογραφική ελευθερία και επειδή η εφημερίδα, για την πιο σοβαρή αναφορά της, είχε δημοσιεύσει απολογία.
Κατόπιν τούτου η Επιτροπή δεν ασχολήθηκε με το σκέλος αυτό του παραπόνου.
Παρά το γεγονός ότι το αίτημα δεν βρισκόταν εντός των πλαισίων της συνήθους αποστολής της, που είναι η εξέταση παραπόνων, η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμο να προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος του κ. Θεοχαρίδη κατά πόσο τίθεται θέμα δεοντολογίας από την ταυτόχρονη εργοδότησή του σε εφημερίδα και τη συνεργασία του με έναν ημικρατικό οργανισμό, που περιλαμβανόταν στο πεδίο της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας.

Οι θέσεις στις οποίες κατέληξε η Επιτροπή  επί του τεθέντος ερωτήματος δεν συνιστούν απόφαση ως προς τη συμπεριφορά του κ. Θεοχαρίδη στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά γενικές κατευθυντήριες αρχές που στηρίζονται στην πρακτική της Επιτροπής, σε αποφάσεις άλλων Επιτροπών σε ανάλογες περιπτώσεις και σε ειδικές πρόνοιες που έχουν περιληφθεί σε Κώδικες Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας  άλλων Επιτροπών Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, τις οποίες η Επιτροπή θεώρησε χρήσιμες και υποβοηθητικές.

ΚΑΛΗ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ

Ο Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας δεν περιέχει ειδικές πρόνοιες σε σχέση με τη σύγκρουση συμφερόντων, αλλά περιλαμβάνει πρόνοιες για την επιθυμητή συμπεριφορά των δημοσιογράφων κατά την εκτέλεση της εργασίας τους. Οι πρόνοιες αυτές αναφέρουν ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης» και παράλληλα «ενεργούν πάντοτε με καλή πίστη και συμμορφώνονται προς το γράμμα και το πνεύμα του…Κώδικα».

Το θέμα αφορά τόσο σε περιπτώσεις εμφανούς ύπαρξης σύγκρουσης συμφέροντος, όσο και σε περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατό να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος, που είναι δυνατό να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία και ουδετερότητα του δημοσιογράφου και την αξιοπιστία και την ποιότητα των πληροφοριών του.
Κατά συνέπεια, οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ πρέπει να αποφεύγουν όχι μόνο καταστάσεις εμφανούς σύγκρουσης συμφέροντος αλλά και περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατό να δοθεί η εντύπωση ότι υπάρχει σύγκρουση συμφέροντος, ώστε να έχουν το τεκμήριο της ανεξαρτησίας, και να μη φαίνονται ότι έχουν οποιαδήποτε διασύνδεση είτε επί προσωπικού επιπέδου, είτε με οποιαδήποτε οικονομική, πολιτική ή άλλη κατάσταση.
Ενδεχόμενη παρέκκλιση από την πρακτική αυτή θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των δημοσιογράφων, των ΜΜΕ και των πληροφοριών τους.
Κατά την ανάθεση καθηκόντων, τα ΜΜΕ θα πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ώστε  να μη αναθέτουν καθήκοντα σε δημοσιογράφους όταν τίθεται θέμα σύγκρουσης συμφέροντος ή εμφάνισης σύγκρουσης συμφέροντος. Ομοίως, οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να αποφεύγουν την εμπλοκή τους σε θέματα, όταν εκ των περιστάσεων είναι δυνατό να εγερθούν ερωτηματικά ως προς την αμεροληψία τους.
Τα ΜΜΕ θα πρέπει να καθιερώσουν μια σαφή πολιτική πρόληψης του ενδεχομένου σύγκρουσης ή εμφάνισης σύγκρουσης συμφέροντος, η οποία να αφορά τόσο στην ειδησεογραφία όσο και στην αρθρογραφία. Στο πλαίσιο αυτό είναι επιθυμητό να αποφεύγεται η αποδοχή διαφόρων προνομίων, δώρων ή παροχών από οποιοδήποτε οργανισμό, που θα έθεταν υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία και αντικειμενικότητα των πληροφοριών.

 

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...