Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΑ ΠΕΡΙ "ΡΟΖ ΣΚΑΝΔΑΛΟΥ" ΣΕ ΣΧΟΛΕΙΟ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο για το θέμα των δημοσιευμάτων και μεταδόσεων έντυπων και εκπεμπόντων ΜΜΕ σχετικά με ισχυρισμούς που αφορούσαν σε καθηγήτρια, στο οποίο δόθηκε ο χαρακτηρισμός «ροζ σκάνδαλο».
Το παράπονο, που υποβλήθηκε από πολίτη, αφορούσε στα δημοσιεύματα μιας m;ono εφημερίδας, αλλά η Ενωση Συντακτών Κύπρου ζήτησε να εξετασθεί από την Επιτροπή το γενικότερο θέμα της συμπεριφοράς ΜΜΕ και δημοσιογράφων όσον αφορά στο χειρισμό του θέματος.
Όλα σχεδόν τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν με την υπόθεση κατά κύριο λόγο στις 23 και 24 Μαΐου, 2010. Ο ΑΝΤ1 επέλεξε να μην ασχοληθεί καθόλου με το θέμα.
Αφορμή για την ειδησεογραφία έδωσε επιστολή της Επιτρόπου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Παιδιού Λήδας Κουρσουμπά, η οποία, ύστερα από ανώνυμο τηλεφώνημα που πήρε λειτουργός του γραφείου της στις 11 Μαρτίου, 2010, ζήτησε στις 12 Μαρτίου, 2010 από τον  Υπουργό Παιδείας, να εξετασθούν ισχυρισμοί εναντίον καθηγήτριας, της οποίας ανέφερε το όνομα και το σχολείο στο οποίο εργαζόταν, ότι «έχει αναπτύξει ανάρμοστες σχέσεις, οι οποίες εξελίχθηκαν σε σεξουαλικές επαφές, με δύο μαθητές…» και ότι «είχε σεξουαλική επαφή και με τους δύο μαθητές στο αυτοκίνητό της».
Στην ειδησεογραφία των ΜΜΕ αναφέρθηκε ότι η καθηγήτρια παρενόχλησε σεξουαλικά δύο ανήλικους μαθητές και ότι «σύμφωνα με τις καταγγελίες ενός εκ των δύο μαθητών η εν λόγω εκπαιδευτικός, που φέρεται να είναι και νυμφευμένη, είχε σεξουαλική επαφή και με τους δύο μαθητές στο αυτοκίνητό της».
Περαιτέρω, αναφέρθηκε ότι σύμφωνα με τον ένα εκ των μαθητών, η καθηγήτρια έστελνε και μηνύματα στο κινητό του, με τα οποία του ασκούσε πίεση για συνέχιση της σχέσης τους. Τα μηνύματα στα κινητά, όπως και άλλα μηνύματα σε δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης είχαν, σύμφωνα τους ισχυρισμούς, αποθηκευθεί και φυλαχθεί από τα παιδιά.
Προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι η ίδια εκπαιδευτικός και στο παρελθόν απασχόλησε «με τις αδυναμίες της» το Υπουργείο, γεγονός για το οποίο μετακινήθηκε από τη θέση της.  Δημοσιεύθηκε επίσης ότι είχε καταβληθεί προσπάθεια από τη διευθύντρια του σχολείου για αποσιώπηση της υπόθεσης.
Επίσης προβλήθηκαν πληροφορίες ότι είχαν εκφρασθεί ανησυχίες για ενδεχόμενες επιπτώσεις στη βαθμολογία των παιδιών, δεδομένου ότι πλησίαζε η περίοδος των εξετάσεων και η καθηγήτρια είχε λάβει γνώση των καταγγελιών εναντίον της.
Μετά τη δημοσιοποίηση του θέματος, ο Υπουργός Παιδείας δήλωσε ότι αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής της κ. Κουρσουμπά έδωσε οδηγίες για διεξαγωγή έρευνας, το πόρισμα της οποίας μόλις είχε παραλάβει και ότι δεν ήταν ακόμη ενήμερος του περιεχομένου του.
Ο εκπρόσωπος τύπου της αστυνομίας, όταν δημοσιοποιήθηκε το θέμα δήλωσε ότι το ΤΑΕ Αρχηγείου είχε αρχίσει προκαταρκτική έρευνα για να διαπιστωθεί αν τα όσα ανέφερε η εφημερίδα ευσταθούσαν και κατά πόσο είχε διαπραχθεί  οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα.
Την επομένη, ο εκπρόσωπος τροφοδότησε τη φημολογία, δηλώνοντας στα ΜΜΕ: «Εκ πρώτης όψεως προκύπτει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικών αδικημάτων που αφορά τον περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Νόμο.
…Αναλόγως του περιεχομένου του πορίσματος (της έρευνας  του Υπουργείου Παιδείας) η Αστυνομία θα προχωρήσει σε περαιτέρω ποινική διερεύνηση εάν και εφόσον απαιτείται κάτι τέτοιο».
Τα στοιχεία αυτά μεταδόθηκαν στις 23 Μαρτίου, 2010 από τα τηλεοπτικά ΜΜΕ και δημοσιεύθηκαν σε όλες τις εφημερίδες την επομένη.
Η Νομική Υπηρεσία, στην οποία υποβλήθηκε το πόρισμα ερευνώντος λειτουργού του Υπουργείου Παιδείας, αφού μελέτησε το μαρτυρικό υλικό αποφάνθηκε, με γνωμάτευσή λειτουργού της ημερομηνίας 30ης Μαΐου, 2010: «Μετά από προσεκτική μελέτη του συγκεντρωθέντος μαρτυρικού υλικού, εγγράφων και στοιχείων της διεξαχθείσας πειθαρχικής έρευνας, καταλήγω στην άποψη ότι δεν είναι δυνατή η διατύπωση οποιασδήποτε πειθαρχικής κατηγορίας εναντίον της….(όνομα), Καθηγήτριας (κλάδος). Περαιτέρω, είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι δεν είναι επιτρεπτή ούτε και η οποιαδήποτε ποινική διερεύνηση του θέματος».
Σε απλή γλώσσα, η γνωμάτευση σημαίνει ότι όσα καταγγέλθηκαν και όσα δημοσιεύθηκαν δεν τεκμηριώθηκαν από το μαρτυρικό υλικό. Όμως, δημοσιογράφοι και ΜΜΕ, χωρίς καμιά προσπάθεια τεκμηρίωσης, εκ προοιμίου θεώρησαν ισχυρισμούς και φήμες ως αποδεδειγμένα γεγονότα και χρησιμοποίησαν διάφορους έντονους  χαρακτηρισμούς, προκειμένου να εντείνουν τον εντυπωσιασμό..
Ενδεικτικοί χαρακτηρισμοί και αποσπάσματα που χρησιμοποιήθηκαν από τα ΜΜΕ είναι:
«Ροζ σκάνδαλο», «Καθηγήτρια… σεξουάλα ‘βίασε’ μαθητές της»- «Πρωτοφανές σκάνδαλο…”  «Επιχειρείται κουκούλωμα», «Σοκ προκαλούν οι καταγγελίες για σεξουαλική εκμετάλλευση μαθητών από καθηγήτριά τους…»… «αναφορά σε σεξουαλικές επαφές δύο μαθητών με την καθηγήτριά τους», «Σοκ…από καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση μαθητών από καθηγήτριά τους», «Μαθήματα…σεξ από καθηγήτρια», «Καθηγήτρια καταγγέλλεται ότι έκανε μαθήματα…σεξ σε δύο μαθητές της», «…οι ορέξεις της καθηγήτριας ήταν ακόρεστες», «Βίασε μαθητές στο αυτοκίνητό της», «Εκβίαζε τα θύματά της…», το μαρτυρικό υλικό «έπεσε στα χέρια της άτακτης καθηγήτριας»…«Εκανε πολλά και στο παρελθόν», «Μαρτυρίες σοκ για τη δράση της καθηγήτριας…για σεξουαλική εκμετάλλευση μαθητών της», «αλυσιδωτές…εξελίξεις στο ροζ σκάνδαλο με την καθηγήτρια… που όχι μόνο δεν είχε το νου της στην εξεταστική περίοδο αλλά ανάγκασε δύο μαθητές της να έλθουν σε σεξουαλική επαφή μαζί της μέσα στο αυτοκίνητό της», «Υπό έρευνα η «σεξοδασκάλα», «Γνώριζε το ΥΠΠ για την ανάρμοστη συμπεριφορά καθηγήτριας».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

Το γεγονός και μόνο ότι η Γενική Εισαγγελία, ως αρμόδιο σώμα, αποφάνθηκε ότι η μαρτυρία δεν μπορούσε να στοιχειοθετήσει ούτε πειθαρχική, ούτε ποινική υπόθεση, μιλά από μόνο του για το λανθασμένο χειρισμό του θέματος.
Από τους χαρακτηρισμούς και τα ενδεικτικά αποσπάσματα που παρατέθηκαν πιο πάνω,  αβίαστα προκύπτει ότι τα ΜΜΕ –έντυπα και ηλεκτρονικά- που ασχολήθηκαν με το θέμα χειρίστηκαν εκτός των πλαισίων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας ένα θέμα που αφορούσε στην προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη και την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας, καθώς και σε δικαιώματα παιδιών. Θεώρησαν ανώνυμες καταγγελίες ή ισχυρισμούς και φημολογίες ως εξακριβωμένη μαρτυρία, μετέτρεψαν σε είδηση το απλό γεγονός της διατύπωσης ΑΝΩΝΥΜΩΝ  ισχυρισμών ή καταγγελιών, το βάσιμο των οποίων δεν είχε κριθεί από κανένα αρμόδιο σώμα ή όργανο και  χρησιμοποίησαν μειωτικούς χαρακτηρισμούς που παρέπεμπαν σε ενοχή.
Οι δικαιολογίες, στην έκταση που προβλήθηκαν, ότι μέριμνα ήταν το συμφέρον των μαθητών, δεν ευσταθούν, γιατί η αποκάλυψη του θέματος με τον τρόπο που έγινε εξέθεσε όχι απλώς την καθηγήτρια, αλλά και τους ίδιους τους μαθητές. Τηρήθηκε μεν η ανωνυμία, αλλά δημοσιεύθηκαν λεπτομέρειες για την περιοχή του σχολείου, ώστε στη μικρή κοινωνία της Κύπρου και ακόμη στη μικρότερη κοινωνία μιας επαρχίας ή πόλης να είναι δυνατή η αποκάλυψη της ταυτότητας των φερομένων ως εμπλεκομένων.
Υπό το φως των ανωτέρω δεν είναι δυνατό να γίνει επίκληση της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, γιατί η «πληροφόρηση» που έδωσαν τα ΜΜΕ, με τον τρόπο που έγινε, ούτε στην υποβοήθηση ανίχνευσης ή αποκάλυψης εγκλήματος συνέβαλε, ούτε τη δημόσια ασφάλεια και υγεία εξυπηρέτησε, ούτε και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων προήγαγε.
Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν οι ακόλουθες ειδικές πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας.
1. Η πρόνοια για την ακρίβεια των πληροφοριών, που προβλέπει ότι «τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία.». Από την πρόνοια αυτή προκύπτει ότι πρώτιστο καθήκον των δημοσιογράφων είναι η επιβεβαίωση της αλήθειας των πληροφοριών πριν από τη δημοσίευσή τους, η αποφυγή δημοσίευσης ατεκμηρίωτων ισχυρισμών ή φημολογίας και σε περίπτωση δημοσίευσης ανακριβών πληροφοριών η παραδοχή του γεγονότος και η απολογία. Τίποτε από τα πιο πάνω δεν έγινε.
2. Η πρόνοια που προβλέπει ότι «η υπόληψη και η ιδιωτική ζωή κάθε προσώπου τυγχάνουν σεβασμού και δεν αποκαλύπτονται στοιχεία προσωπικού χαρακτήρα. Παρεμβάσεις και έρευνες στην ιδιωτική ζωή προσώπων… είναι γενικά απαράδεκτες, η δε δημοσιοποίησή τους μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και αποκλειστικά προς το δημόσιο συμφέρον», ως προς το σεβασμό της υπόληψης, την αποκάλυψη στοιχείων προσωπικού χαρακτήρα και παρεμβάσεις στην ιδιωτική ζωή, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την επιδίωξη της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος.
3. Η πρόνοια περί του τεκμηρίου αθωότητας, που προβλέπει ότι «οι λειτουργοί σέβονται πλήρως την αρχή ότι ο ύποπτος ή κατηγορούμενος για διάπραξη αδικήματος είναι αθώος μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία και συνεπώς αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν ο,τιδήποτε το οποίο να οδηγεί σε συμπεράσματα ως προς την ενοχή ή αθωότητα του υπόπτου ή/και κατηγορουμένου ή τείνει να τον διασύρει ή διαπομπεύσει».
4. Η πρόνοια που αφορά στα παιδιά, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει ότι «τα Μ.Μ.Ε. και οι λειτουργοί των υποχρεούνται να τηρούν τις πρόνοιες της Διεθνούς Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Παιδί».

Παραβιάστηκαν επίσης οι πιο κάτω γενικές πρόνοιες του Κώδικα:
* Η πρόνοια περί επαγγελματικού επιπέδου που μεταξύ άλλων προβλέπει ότι «το ήθος, η αξιοπρέπεια και εντιμότητα, η διαγωγή, η συμπεριφορά και το επαγγελματικό επίπεδο των λειτουργών θα πρέπει να είναι της υψηλότερης δυνατής στάθμης».
* Η πρόνοια για τον τρόπο άσκησης του δημοσιογραφικού λειτουργήματος, η οποία μεταξύ άλλων προβλέπει ότι οι δημοσιογράφοι «επιδεικνύουν την αρμόζουσα ευαισθησία …και είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και διακριτικοί στην παρουσίαση θεμάτων όπως η βία, το έγκλημα, τα σεξουαλικά παραπτώματα…»
Η Επιτροπή εκφράζει την απογοήτευσή της για τη μαζική παραβίαση προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας χάριν του εντυπωσιασμού και τονίζει την ανάγκη όπως τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί τους επιδεικνύουν  υπευθυνότητα και τηρούν τις πρόνοιες του Κώδικα.
Η Επιτροπή τονίζει την ανάγκη σεβασμού των προνοιών του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και καλεί τα ΜΜΕ να λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα για την αποφυγή παρόμοιων φαινομένων στο μέλλον και να μη θυσιάζουν την υποχρέωση της τήρησης των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας στο βωμό του εντυπωσιασμού και της άγρας αναγνωσιμότητας ή τηλεθέασης.
Η Επιτροπή καλεί τα ΜΜΕ να δημοσιοποιήσουν την παρούσα ανακοίνωση και να τη θέσουν υπόψη των μελών του συντακτικού προσωπικού τους.

 

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...