Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ, ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ ΣΗΜΕΙΩΝ ΤΗΣ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε παράπονο (2/15/1/2009) από τον κ. Γιώργο Θεοδώρου ότι η εφημερίδα «Φιλελεύθερος» αντιδεοντολογικά δημοσίευσε επιστολή παραίτησής του από το Διοικητικό Συμβούλιο της Ανόρθωσης, τον Ιούνιο του 2006, την οποία είχε αποστείλει στα άλλα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου.
Η επιστολή δημοσιεύθηκε στο παράρτημα «Φίλαθλος» της εφημερίδας την ίδια ημέρα κατά την οποία διεξήχθησαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Δ. Συμβουλίου της Ανόρθωσης, ύστερα από το σάλο που προκλήθηκε από τη διατύπωση καταγγελιών δημοσίως και τη διεξαγωγή αστυνομικής έρευνας εναντίον του τέως προέδρου του Σωματείου Ανδρέα Παντελή. (Σχετική υπόθεση 32/2008).
Η εφημερίδα σε είδησή της σχολίαζε το γεγονός ότι ο τέως πρόεδρος της Ανόρθωσης Ανδρέας Παντελή είχε επιλέξει τον κ. Γ. Θεοδώρου ως το «δεξί του χέρι» στο συνδυασμό του για τις εκλογές που θα διεξάγονταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας στο σωματείο και ότι, αν εκλεγόταν, ο κ. Θεοδώρου θα ήταν Εκτελεστικός Σύμβουλος.
Η εφημερίδα παρέθεσε αποσπάσματα από την επιστολή 6 σελίδων,  υποστηρίζοντας ότι από το κείμενο της προκύπτει ότι ο κ. Θεοδώρου ήταν ο πρώτος που πριν από 4 χρόνια είχε διατυπώσει κατηγορίες εναντίον του κ. Παντελή παρόμοιες με εκείνες που οδήγησαν στη διεξαγωγή αστυνομικής έρευνας εναντίον του.

Ο κ. Θεοδώρου υποστήριξε ότι η επιστολή υποκλάπηκε από δημοσιογράφο της εφημερίδα και δημοσιεύθηκε στις 14/1/2009 (μαζί με φωτογραφία του), χωρίς εξουσιοδότηση για εξυπηρέτηση «αλλότριων και ιδιοτελών συμφερόντων» και «με προφανή σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία και την εντιμότητά» του, εν όψει των εκλογών στο σύλλογο ΑΝΟΡΘΩΣΗΣ Αμμοχώστου.

Η εφημερίδα απάντησε δια της νομικού της συμβούλου, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι απορρίπτει πως με τη δημοσίευση αποσπασμάτων της επιστολής θίγηκε η αξιοπιστία και η εντιμότητα του παραπονουμένου.
Περαιτέρω απέρριψε τον ισχυρισμό περί υποκλοπής, αναφέροντας ότι η επιστολή «ούτε απόρρητη ήταν, ούτε εμπιστευτική και σε κάθε περίπτωση είχε κοινοποιηθεί και/ή γνωστοποιηθεί και/ή κυκλοφορήσει ευρέως τόσο κατά το χρόνο συγγραφής της όσο και κατά τον χρόνο υποβολής της υποψηφιότητας του παραπονούμενου».
Επίσης ανέφερε ότι τα ΜΜΕ έχουν υποχρέωση να ασχολούνται με θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Ως  προς την επιλεκτική δημοσίευση αποσπασμάτων της εξασέλιδης επιστολής, η εφημερίδα ανέφερε ότι ο συντάκτης της είδησης επέλεξε τα κυριότερα σημεία της επιστολής με γνώμονα την  αμερόληπτη και αντικειμενική ενημέρωση του αναγνώστη, και χωρίς «αλλότρια συμφέροντα» και επί πλέον προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να επικοινωνήσει και να πάρει τις απόψεις του κ. Θεοδώρου.
Εξ άλλου, υποστήριξε ότι ο συντάκτης δεν παραποίησε την επιστολή, αλλά «συρρίκνωσε τα σημεία όπου γίνονται οι αναφορές στο δημοσίευμα για του λόγου του αληθές».

Η Επιτροπή, αφού μελέτησε τις εκατέρωθεν θέσεις, το δημοσίευμα του «Φιλελεύθερου» και το πλήρες κείμενο της επιστολής, που έθεσε στη διάθεσή της ο παραπονούμενος, διαπίστωσε ότι το κείμενο δεν έφερε καμιά ένδειξη ότι ήταν εμπιστευτικής φύσης και ότι απευθυνόταν προς όλα τα μέλη του Δ.Σ. της Ανόρθωσης.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η επιστολή, ως εκ της φύσης και του περιεχομένου της, ήταν φυσικό να κυκλοφορήσει ευρύτερα ή να λάβουν γνώση του περιεχομένου της πολλά άτομα, πέραν των παραληπτών της. 
Η Επιτροπή θεώρησε ότι υπό τις περιστάσεις η διαρροή και δημοσιοποίησή της θα έπρεπε να θεωρείται αναμενόμενη.
Περαιτέρω έκρινε ότι η εφημερίδα είχε κάθε δικαίωμα να ασχοληθεί με το θέμα, το οποίο ήταν επίκαιρο και δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω του σάλου που είχε προηγηθεί σχετικά με τον τέως πρόεδρο της Ανόρθωσης και εφ’ όσον η επιστολή είχε περιέλθει στην κατοχή  της εφημερίδας, είχε δικαίωμα να ασχοληθεί με το περιεχόμενό της.
Συνεπώς, η Επιτροπή έκρινε ότι η δημοσίευση της επιστολής δεν ήταν αντιδεοντολογική, δεδομένου ότι έγινε στο πλαίσιο της αποστολής των ΜΜΕ για ενημέρωση επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος.
Ωστόσο, η Επιτροπή σημείωσε ότι η εφημερίδα προέβη σε επιλεκτική και αποσπασματική δημοσίευση της επιστολής. Ειδικότερα, από τις έξι σελίδες που καταλάμβανε η επιστολή, ασχολήθηκε μόνο με αποσπάσματα από τις δύο πρώτες σελίδες, που αναφέρονταν στη διαχείριση οικονομικών θεμάτων από τον κ. Παντελή και στον τρόπο άσκησης της προεδρίας του Σωματείου.  Η εφημερίδα δεν ασχολήθηκε καθόλου με τις άλλες τέσσερις σελίδες της επιστολής, που παρέθετε απολογισμό πεπραγμένων του παραπονούμενου επί θεμάτων αρμοδιότητάς του για τη διάρκεια της θητείας του και σειρά απόψεων και εισηγήσεων ως προς το τι κατά τη γνώμη του έπρεπε να γίνει για εξυγίανση του Σωματείου.
Συνεπώς, ο σκοπός της επιστολής δεν ήταν απλώς η διατύπωση επικρίσεων εναντίον του προέδρου της Ανόρθωσης περί κακοδιοίκησης, στην οποία και μόνο επικεντρώθηκε ο συντάκτης της είδησης.
Η Επιτροπή έκρινε ότι ήταν προφανές πως η επιλογή των σημείων έγινε με σκοπό να επισημανθεί η κατ’ ισχυρισμόν αντίφαση μεταξύ των τότε θέσεων του παραπονουμένου και εκείνων της τρέχουσας περιόδου ως προς την καταλληλότητα του κ. Παντελή να κατέχει τη θέση του προέδρου της Ανόρθωσης.
Αυτό είναι καθ’ όλα θεμιτό, αλλά όχι σε βάρος της ολοκληρωμένης και αντικειμενικής ενημέρωσης, η οποία είναι σύμφυτη με την αποστολή των ΜΜΕ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι υπήρξε παράλειψη, έστω και περιληπτικής ή και απλής αναφοράς στα άλλα σημεία της επιστολής -τον απολογισμό και τις εισηγήσεις του παραπονουμένου- ώστε να δοθεί μια ολοκληρωμένη και αντικειμενική ενημέρωση ως προς το σκοπό για τον οποίο εγράφη τότε η επιστολή, έστω και αν τα σημεία αυτά δυνατό να θεωρήθηκαν ως ήσσονος ενδιαφέροντος από άλλα.
Συνακόλουθα, η Επιτροπή θεωρεί ότι με την επιλεκτική δημοσίευση αποσπασμάτων της επιστολής υπήρξε παραβίαση της πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας περί υποχρέωσης για παροχή ολοκληρωμένης και αντικειμενικής ενημέρωσης.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ, οσάκις, για οποιοδήποτε λόγο δημοσιεύουν επιστολές ή κείμενα τρίτων, δεν έχουν την υποχρέωση να τα δημοσιεύουν αυτούσια, αλλά μπορούν να κάνουν περίληψή τους, χωρίς όμως να αλλοιώνουν το νόημά τους ή να παρασιωπούν σημεία τους.

Περαιτέρω, η Επιτροπή δεν αποδέχθηκε τη θέση που πρόβαλε η εφημερίδα ότι η ύπαρξη παραπλάνησης σε μια πληροφορία προϋποθέτει δόλο, αυθαιρεσία και παρανομία. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, πληροφορίες που δημοσιεύονται καλή τη πίστη αλλά εκ των υστέρων αποδεικνύονται ανακριβείς και παραπλανητικές δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως τέτοιες, ελλείψει πρόθεσης ή δόλου, πράγμα που είναι παράλογο, ή, αντίθετα, οσάκις καλή τη πίστη δημοσιεύονται ανακριβείς και παραπλανητικές πληροφορίες να προκύπτει αμάχητο τεκμήριο δόλου εναντίον δημοσιογράφων και ΜΜΕ, το οποίο επίσης είναι παράλογο.
Συνεπώς, η Επιτροπή έκρινε ότι η φωτοτυπία που δημοσίευσε ενσωματωμένη στην είδησή της η εφημερίδα «για του λόγου το αληθές», συνιστά παραβίαση της πρόνοιας περί ακρίβειας των πληροφοριών και μη παραπλάνησης, δεδομένου ότι παρουσιάστηκε ως ενιαίο κείμενο, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο περί παραγράφων που είχαν ληφθεί από διάφορα σημεία και συγκολληθεί μεταξύ τους, χωρίς αυτό να εμφαίνεται ή να επεξηγείται.

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...