Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΕΓΓΡΑΦΩΝ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας ασχολήθηκε με το θέμα της  δημοσίευσης εγγράφων του Γενικού Εισαγγελέα, τα οποία φωτογραφήθηκαν εν αγνοία του και εξέτασε δημόσιες καταγγελίες του Γενικού Εισαγγελέα για υποκλοπή τους, καθώς και αίτημα της εφημερίδας «Πολίτης» όπως αποφασίσει εάν η δημοσιοποίηση των εγγράφων συνιστά ή όχι παραβίαση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας. (υπόθεση 17/22/6/2009)
Σύμφωνα με τα κοινώς παραδεκτά γεγονότα, στις 19 Ιουνίου, 2009, ο Γενικός Εισαγγελέας Πέτρος Κληρίδης συγκάλεσε διάσκεψη τύπου για να ανακοινώσει τις αποφάσεις της Νομικής Υπηρεσίας σχετικά με τη διατύπωση κατηγοριών εναντίον  μελών της Αστυνομίας και άλλων, σχετικά με την υπόθεση απόδρασης του ισοβίτη Αντώνη Προκοπίου Κίτα και διαφυγής του από το σημείο ανακοπής του από ομάδα αστυνομικών.
Στη δημοσιογραφική διάσκεψη ανακοινώθηκε απόφαση διατύπωσης κατηγοριών εναντίον πέντε ατόμων, τεσσάρων αξιωματικών της αστυνομίας και του Διευθυντή Φυλακών.
Την επόμενη ημέρα, δύο εφημερίδες, ο «Πολίτης» και ο «Φιλελεύθερος» δημοσίευσαν φωτογραφίες εγγράφων που λήφθηκαν από φωτογράφους, οι οποίοι είχαν κινηθεί πίσω από το γραφείο, στο οποίο καθόταν ο Γενικός Εισαγγελέας.
Ο «Πολίτης» δημοσίευσε δύο φωτογραφίες εγγράφων, με την εξήγηση ότι το ένα αφορούσε χειρόγραφο σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα, που αναφερόταν σε έξι άτομα, με πρώτο τον τότε Αρχηγό της Αστυνομίας και το άλλο ότι αποτελούσε την πρώτη σελίδα εισήγησης ποινικών ανακριτών που είχαν διερευνήσει την υπόθεση, ως προς τα άτομα που έπρεπε να διωχθούν και το είδος των κατηγοριών που θα διατυπώνονταν εναντίον τους.
Ο «Φιλελεύθερος» δημοσίευσε μόνο φωτογραφία του χειρόγραφου σημειώματος του Γενικού Εισαγγελέα, με εικασίες ότι «είχε ετοιμασθεί πριν την παραίτηση του Αρχηγού Αστυνομίας και φαίνεται να σχετίζεται με τις ευθύνες που προέκυπταν από το πόρισμα».
Ο «Πολίτης» διατύπωσε εικασίες σχετικά με την αφαίρεση του Αρχηγού της Αστυνομίας από την ομάδα των ατόμων που θα διώκονταν, ο οποίος, στο μεταξύ, ύστερα από συνάντησή του με τον Γενικό Εισαγγελέα, είχε ανακοινώσει την παραίτησή του την προτεραία της δημοσιογραφικής διάσκεψης.
Την επομένη της δημοσίευσης των φωτογραφιών των εγγράφων, ο Γενικός Εισαγγελέας, με δηλώσεις του ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές έθεσε έντονα θέμα αντιδεοντολογικής εξασφάλισης των εγγράφων εν αγνοία του και δημοσιοποίησης τους.
Μετά το δημόσιο παράπονο του Γενικού Εισαγγελέα, ο Αρχισυντάκτης της εφημερίδας «Πολίτης» Σωτήρης» Παρούτης ζήτησε από την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσο η δημοσιοποίηση των εγγράφων ήταν αντιδεοντολογική και υπέβαλε υπόμνημα στο οποίο παρέθεσε το ιστορικό της λήψης και δημοσίευσης των φωτογραφιών των εγγράφων, καθώς και τις απόψεις του για τις καταγγελίες του Γενικού Εισαγγελέα.
Συνοπτικά, ανέφερε ότι τα έγγραφα φωτογραφήθηκαν τυχαία από το φωτογράφο της εφημερίδας, ο οποίος εκινείτο στο χώρο της δημοσιογραφικής διάσκεψης και έπαιρνε φωτογραφίες από διάφορες οπτικές γωνίες.
Πρόσθεσε ότι οι δημοσιογράφοι και φωτογράφοι είχαν κληθεί στη δημοσιογραφική διάσκεψη και δεν πήγαν απρόσκλητοι και ότι τα έγγραφα ήταν εκτεθειμένα στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και στη θέα των δημοσιογράφων και φωτογράφων.
Περαιτέρω ανέφερε ότι αν ο Γενικός Εισαγγελέας ήθελε να κρύψει κάτι ή να μην αποκαλυφθεί κάτι, δεν έπρεπε να μεταφέρει μαζί του κανένα στοιχείο.
Ως προς τις εικασίες που διατυπώθηκαν, ανέφερε ότι το γεγονός ότι δίπλα στο όνομα του Αρχηγού της Αστυνομίας σε ένα από τα έγγραφα υπήρχε κόκκινος κύκλος με ένα πλην μέσα, προσέδιδε σημασία στο έγγραφο και επέτρεπε, σε συνδυασμό με τις πληροφορίες που τελικά ανακοινώθηκαν, να διατυπωθούν δημοσιογραφικές εικασίες.
Επικαλούμενος τα γεγονότα, υποστήριξε την άποψη δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας ως προς τη φωτογράφηση των εγγράφων και ανέφερε  περιπτώσεις κατά τις οποίες, στη Βρετανία φωτογραφήθηκε με τηλεφακό έγγραφο που κρατούσε στέλεχος της υπηρεσίας αντικατασκοπίας και στη Γαλλία φωτογραφήθηκε επιστολή που είχε στα χέρια του στη σκάλα του αεροπλάνου ο πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί.
Ο «Φιλελεύθερος» υποστήριξε ότι  το σημείωμα φωτογραφήθηκε ενώ βρισκόταν μπροστά από το Γενικό Εισαγγελέα στη διάρκεια της διάσκεψης τύπου, ότι τα έγγραφα δεν λήφθηκαν με ψευδείς παραστάσεις ή με δόλιο τρόπο και ότι η δημοσίευση του δεν ήταν αντιδεοντολογική, δεδομένου ότι «ο τύπος έχει καθήκον να μεταδίδει πληροφορίες σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος», με βάση τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία του τύπου.
Ο «Φιλελεύθερος» ανέφερε επίσης ότι επικοινώνησε με το Γενικό Εισαγγελέα και τον ενημέρωσε σχετικά με τη φωτογράφηση του σημειώματος, ζήτησε τις απόψεις του και τις δημοσίευσε.

Ο Γενικός Εισαγγελέας, ανταποκρινόμενος σε παράκληση της Επιτροπής να την πληροφορήσει κατά πόσο επιθυμούσε να ζητήσει επίσημα από την Επιτροπή να εξετάσει το δημόσιο παράπονό του, ανέφερε ότι, όπως αντιλαμβανόταν, το θέμα βρισκόταν ενώπιόν της για εξέταση όχι λόγω δικής του καταγγελίας, αλλά λόγω παραπομπής του από την εφημερίδα «Πολίτης».
Σχολιάζοντας τις παρατηρήσεις του κ. Παρούτη, συμφώνησε ως προς τα γεγονότα, αλλά ανέφερε ότι δεν δέχεται τη θέση πως, επειδή η συνάντηση με τους δημοσιογράφους έγινε στον προκαθορισμένο χώρο, έδινε το δικαίωμα φωτογράφησης των σημειώσεών του, «πολύ δεν περισσότερο της παρουσίασής τους με τον τρόπο που έγινε, όχι μόνο από την εφημερίδα Πολίτης αλλά και από άλλες εφημερίδες ή/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης».
Περαιτέρω ανέφερε ότι η φωτογραφική κάλυψη της διάσκεψης τύπου ήταν φυσικό να γίνει, «σε καμιά όμως περίπτωση δεν δικαιολογείτο… η λήψη φωτογραφίας πίσω από την πλάτη μου των συγκεκριμένων σημειώσεων».
Εξ άλλου, ανέφερε πως «ούτε… αντέχει στη βάσανο το επιχείρημα ότι «αν δεν ήθελε ο Γενικός Εισαγγελέας να εκτεθούν τα επίμαχα έγγραφα στη δημοσιότητα, δεν θα έπρεπε να τα είχε μαζί του».
Παραδέχθηκε ότι ο κ. Παρούτης τον ενημέρωσε μέσω φιλικού προσώπου για τη φωτογράφηση των εγγράφων, αλλά δεν επιχείρησε να αποτρέψει τη δημοσίευσή τους, λόγω της σταθερής του θέσης να μη παρεμβαίνει για να αποτρέπει ή να προκαλεί δημοσιεύματα.
Ο κ. Κληρίδης ανέφερε ότι ο τρόπος απόκτησης των σημειωμάτων του ήταν τουλάχιστον αντιδεοντολογικός με βάση τις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, σύμφωνα με τις οποίες η εξασφάλιση πληροφοριών με μηχανισμούς υποκλοπής ή μακράς φωτογράφησης είναι απαράδεκτη και ότι με εξαίρεση την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, έγγραφα και εικόνες/φωτογραφίες μπορούν να λαμβάνονται μόνο με τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους.
Ως προς τον τρόπο παρουσίασης των σημειωμάτων, ο Γενικός Εισαγγελέας ανέφερε ότι η ερμηνεία που δόθηκε σ’ αυτά και οι υπόνοιες που αφέθηκαν εναντίον του ήταν, «το λιγότερο αυθαίρετες».
Πρόσθεσε ότι θεωρούσε «κακόπιστη ενέργεια τη δημοσιοποίηση των σημειωμάτων, χωρίς καταρχήν να δοθεί η ευκαιρία σε αυτόν που τα έγραψε να ερμηνεύσει τα γραφόμενά του, εφόσον υπήρχε εύκολα και άμεσα τέτοια ευχέρεια».
Περαιτέρω υποστήριξε ότι και όταν ακόμη εξήγησε ο ίδιος την ακριβή σημασία τους, δεν προβλήθηκε στα ΜΜΕ και εξακολούθησε «να προβάλλεται η αβάσιμη ερμηνεία που δόθηκε εξ αρχής, «ότι δηλαδή το συγκεκριμένο σημείωμα που είχε ενώπιον του ο Γενικός Εισαγγελέας αποτελούσε τον κατάλογο των υπόπτων που επρόκειτο να κατηγορηθούν στην υπόθεση Κίτα, από τον οποίο ο κ. Παπακώστας βγήκε την τελευταία στιγμή, γιατί έτσι έκρινε ο Γενικός Εισαγγελέας την υστάτη».
Η Επιτροπή, κατά την εξέταση του θέματος, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι υπήρξε μακρά συζήτηση και έντονο δημόσιο ενδιαφέρον γύρω από την όλη υπόθεση, που απασχόλησε την κοινή γνώμη για πάνω από έξι μήνες και έκρινε ότι η ενασχόληση των ΜΜΕ σε έκταση και λεπτομέρεια ήταν απόλυτα θεμιτή.
Με βάση τα γεγονότα και τις εκατέρωθεν θέσεις, αποφάσισε ότι δεν τεκμηριώθηκε το παράπονο για υποκλοπή, γιατί δεν προέκυψε δόλος ως προς τη  φωτογράφηση των εγγράφων, δεδομένου ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν τυχαία στη διάρκεια ενός γεγονότος, στο οποίο είχαν προσκληθεί φωτογράφοι και δημοσιογράφοι.
Θα υπήρχε υποκλοπή ή λήψη εγγράφων ή φωτογραφιών, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους, κατά παράβαση της σχετικής πρόνοιας του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, εάν υπήρχε μη εξουσιοτοτημένη παρουσία φωτογράφων στο χώρο, ή δόλος από μέρους τους, ή εάν κάποιος τα έπαιρνε λάθρα και επί σκοπώ από το γραφείο.
Οι φωτογράφοι και δημοσιογράφοι κλήθηκαν σε μια δημοσιογραφική διάσκεψη και ενήργησαν εντός των δικαιωμάτων τους μεταδίδοντας πληροφορίες που περιήλθαν στην αντίληψή τους.
Ως προς το σχολιασμό της σημασίας των εγγράφων, η Επιτροπή αποδέχθηκε τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα ότι  οι δύο εφημερίδες που δημοσίευσαν τα έγγραφα όφειλαν όχι απλώς να θέσουν υπόψη του το γεγονός της κατοχής των εγγράφων, αλλά, εφ’ όσον προχώρησαν στη διατύπωση δικών τους εικασιών ως προς την έννοια και τη σημασία τους, να ζητήσουν τις δικές του θέσεις επί του θέματος, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας για το δικαίωμα απάντησης.
Από την εξέταση των δημοσιευμάτων, προκύπτει ότι οι δύο εφημερίδες συνόδευσαν τη δημοσίευση των φωτογραφιών με δικές τους εικασίες και ερμηνείες, χωρίς τις θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα, που δημοσιεύθηκαν τις επόμενες ημέρες.
Η σχετική πρόνοια του Κώδικα αναφέρει ότι «τα ΜΜΕ παρέχουν στους επηρεαζομένους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν…»
Είναι η άποψη της Επιτροπής ότι η «κατάλληλη περίπτωση» ήταν πριν από τη δημοσίευση εικασιών από τα ΜΜΕ, εν όψει μάλιστα και του γεγονότος ότι με τις εικασίες επιρρίφθηκε μομφή στο Γενικό Εισαγγελέα ή αφέθηκαν υπονοούμενα ότι είχε αφαιρέσει από τον κατάλογο των κατηγορουμένων τον τέως Αρχηγό της Αστυνομίας, στο πλαίσιο κάποιας συναλλαγής.
Ως προς τη θέση ότι τα ΜΜΕ, δημοσιεύοντας εκ των υστέρων τις θέσεις του Γενικού Εισαγγελέα, επέμειναν στις δικές τους ερμηνείες, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η δημοσίευσή των απαντήσεων του συνιστούσε υποχρέωση των ΜΜΕ στο πλαίσιο της υποχρέωσης για παροχή ευκαιρίας απάντησης, αλλά ήταν εντός των δικαιωμάτων τους να επιμείνουν στις δικές τους ερμηνείες, με βάση την πρόνοια του Κώδικα ότι τα ΜΜΕ «έχουν δικαίωμα να υποστηρίζουν συγκεκριμένες θέσεις» εφ’ όσον καθιστούν σαφή τη διάκριση μεταξύ γεγονότος και ερμηνείας, σχολίου ή εικασίας.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ Γ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

Μετά την κοινοποίηση της απόφασης, ο Γενικός Εισαγγελέας διαβίβασε στην Επιτροπή την ακόλουθη επιστολή:

"Σας ευχαριστώ για την επιστολή σας ημερομηνίας 31 Ιουλίου 2009, με την οποία είχατε την καλοσύνη να μου στείλετε την απόφαση της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας σε σχέση με το θέμα της φωτογράφησης και δημοσίευσης εγγράφων που έγινε κατά τη διάρκεια δημοσιογραφικής διάσκεψης στο γραφείο μου στις 19 Ιουνίου 2009.

Θα ήθελα επί του προκειμένου να εκφράσω μόνο κάποιες παρατηρήσεις, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι δεν σέβομαι τις απόψεις της Επιτροπής.

Στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν τεκμηριώθηκε το «παράπονο για υποκλοπή». Εν πρώτοις, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι ουδέποτε υπέβαλα τέτοιο παράπονο προς την Επιτροπή σας- εξέφοασα όμως την άποψη ότι η συμπεριφορά του συγκεκριμένου φωτορεπόρτερ, η δημοσίευση των φωτογραφιών στη συνέχεια και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάστηκε το όλο θέμα δεν συνήδε με τους κανόνες που πρέπει να διέπουν τη συμπεριφορά των δημοσιογράφων. Την άποψη αυτή να μου επιτρέψετε να εξακολουθήσω να έχω.

Αναφέρεται επίσης στην απόφαση της Επιτροπής ότι το παράπονο δεν τεκμηριώθηκε «γιατί δεν προέκυψε δόλος ως προς τη φωτογράφηση, δεδομένου ότι οι φωτογραφίες λήφθηκαν τυχαία στη διάρκεια ενός γεγονότος στο οποίο είχαν προσκληθεί φωτογράφοι και δημοσιογράφοι». Δεν αντιλαμβάνομαι τι εννοείτε με τη φράση «δεν προέκυψε δόλος», γιατί ολοφάνερα πρόθεση του φωτορεπόρτερ ήταν η λήψη των φωτογραφιών και δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι αυτές «λήφθηκαν τυχαία», αφού ο συγκεκριμένος φωτορεπόρτερ στάθηκε πίσω από την πλάτη μου, έστρεψε και εστίασε το φακό του στα συγκεκριμένα έγγραφα και πήρε τις φωτογραφίες.

Αναφέρεται επίσης στην απόφαση ότι θα υπήρχε υποκλοπή ή λήψη εγγράφων ή φωτογραφιών, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους, μόνο αν υπήρχε μη εξουσιοδοτημένη παρουσία φωτογράφων στο χώρο ή δόλος από μέρους τους ή αν κάποιος τα έπαιρνε λάθρα και επί σκοπώ από το γραφείο. Αν αυτές είναι οι μόνες περιπτώσεις που μπορεί να υπάρχει υποκλοπή ή λήψη εγγράφων ή φωτογραφιών χωοίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους, νομίζω ότι ανοίξατε επικίνδυνους δρόμους για τη δημοσιογραφία.

Ειλικρινά δεν είναι η πρόθεση μου να αμφισβητήσω με οποιοδήποτε τρόπο είτε την κρίση είτε την ακεραιότητα της Επιτροπής. Επιτρέψτε μου όμως να έχω τις δικές μου απόψεις αναφορικά με συγκεκριμένα θέματα".

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Η Επιτροπή, χωρίς διάθεση αντιδικίας, προβαίνει στις ποιο κάτω παρατηρήσεις:

1. Ο Γενικός Εισαγγελέας πράγματι δεν έκαμε παράπονο για υποκλοπή, αλλά μίλησε για αντιδεοντολογική συμπεριφορά. Η Επιτροπή, με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και την πρακτική της, όταν εξετάζει παράπονα για αντιδεοντολογική συμπεριοφορά αφ' ενός εξειδικεύει το γενικό όρο "αντιδεοντολογική συμπεριφορά" και αφ' ετέρου εξετάζει όλες τις πιθανές παραβιάσεις, ακόμη και αν δεν αναφέρονται ρητά στο παράπονο.

2. Οι περιπτώσεις αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς στην εξασφάλιση πληροφοριών από δημοσιογράφους είναι η υποκλοπή πληροφοριών ή η εξασφάλισή τους με παραπλάνηση ή δόλο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι δημοσιογράφοι φωτογράφοι ενεργούσαν στο πλαίσιο της αποστολής τους να καταγράφουν ο,τιδήποτε θα γινόταν ή θα λεγόταν στη δημοσιογραφική διάσκεψη και αυτό έπραξαν.

3. Πράγματι υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόπο υποκλοπής ή εξασφάλισης εγγράφων χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη τους. Η φρασεολογία της απόφασης αναφέρεται μόνο στη συγκεκριμένη περίπτωση της δημοσιογραφικής διάσκεψης και όχι σε οποιεσδήποτε αλλες πιθανές περιπτώσεις.

 

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...