Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΣΥΧΝΕΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

EMAIL US

English / Greek

 

 

ΚΑΛΩΣΟΡΙΣΑΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΗΜΟΣΙOΓΡΑΦΙΚΗΣ ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

 

  

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΑΝΤ1 ΓΙΑ ΦΡΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΚΕΛ

Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας εξέτασε δύο  παράπονα, το ένα από τον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤΕΝΝΑ (9/4/5/2009) για δήλωση του εκπροσώπου τύπου του ΑΚΕΛ, υποστηρίζοντας ότι συνιστούσε επίθεση και απειλή εναντίον του και το άλλο από το ΑΚΕΛ (10/7/5/2009) εναντίον του ΑΝΤ1 για πολιτική δυσμενούς διάκρισης εις βάρος του ΑΚΕΛ.
Στις 4 Μαΐου, 2009, ο ΑΝΤ1 υπέβαλε παράπονο ότι ο εκπρόσωπος τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου προέβη σε γραπτή δήλωση, στις 30 Απριλίου, 2009, με αφορμή την παρουσίαση δημοσκόπησης από τον ΑΝΤ1, την προηγούμενη νύκτα, που αναφερόταν, μεταξύ άλλων στα αναμενόμενα ποσοστά των κομμάτων στις επικείμενες τότε ευρωεκλογές και στη δημοτικότητα της κυβέρνησης.
Ειδικότερα, ο ΑΝΤ1 παραπονέθηκε ότι ο κ. Ευαγόρου προέβη σε επίθεση εναντίον του με τη φράση: «Οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες είναι εθνικός πλούτος. Παραχωρούνται στα ΜΜΕ για να ενημερώνουν αντικειμενικά τον κυπριακό λαό. Δεν μπορεί ο οποιοσδήποτε να τις χρησιμοποιεί για την εξυπηρέτηση των όποιων στόχων…Ως ΑΚΕΛ…θα λάβουμε κάθε νόμιμο μέτρο για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται προς όφελος των πολιτών και όχι κατά το δοκούν».
Στο παράπονο επισυνάφθηκε ανακοίνωση του ΑΝΤ1 που εκδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009, η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δεν μπορεί να γίνεται επίκληση των συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου «οσάκις το περιεχόμενο μιας δημοσκόπησης ή μια είδησης ή η αξιολόγησή της δεν συμβαδίζει ή δεν αρέσει σε ένα οποιοδήποτε κόμμα. Και το Κόμμα να εκτοξεύει απειλές».
Στις 7 Μαΐου, 2009, ο Γενικός Γραμματέας της Κ.Ε. του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού, με επιστολή του έθεσε ενώπιον της Επιτροπής για ενημέρωση, «παράπονο για την πολιτική δυσμενούς διάκρισης που θεωρούμε ότι ακολουθεί εις βάρος του ΑΚΕΛ ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1».
Η Επιτροπή πληροφόρησε το Γ.Γ. του ΑΚΕΛ ότι βρισκόταν στη διάθεσή του για εξέταση οποιασδήποτε συγκεκριμένης περίπτωσης δυσμενούς διάκρισης, την οποία θα έθετε ενώπιόν της με συγκεκριμένα στοιχεία.
Παράλληλα ενημέρωσε τις δύο πλευρές για τα εκατέρωθεν παράπονα και ζήτησε υποστηρικτικά στοιχεία.

Εκ μέρους του ΑΝΤ1, ο δικηγόρος κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε γραπτώς στις 4 Ιουλίου, 2009, λεπτομερείς θέσεις, τόσο ως προς την αρμοδιότητα της Επιτροπής να επιληφθεί του παραπόνου, όσο και επί του παραπόνου, αναλύοντας τη θέση ότι οι δηλώσεις του ΑΚΕΛ συνιστούσαν επίθεση.
Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή έχει δικαίωμα να επιληφθεί του παραπόνου, γιατί σε αντίθεση περίπτωση θα αυτοακύρωνε την αποστολή της για προάσπιση της συνταγματικά κατοχυρωμένης Ελευθερίας της Εκφρασης. Επίσης ανέφερε ότι δεν είναι δυνατό να επιλαμβάνεται η Επιτροπή παραπόνων εναντίον των δημοσιογράφων και των ΜΜΕ αλλά να παραμένει θεατής όταν δέχονται επιθέσεις.
Ως προς το σημείο για τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες και τη θέση ότι αποτελούν εθνικό πλούτο ο κ. Παπαφιλίππου ανέφερε ότι από τη φράση αυτή «εξάγεται ο έμμεσος εκφοβισμός, αν όχι απειλή…ότι η συχνότητα που χρησιμοποιεί του έχει παραχωρηθεί και ανήκει στο κράτος… και κατά προέκταση το κράτος, που ελέγχει το κυβερνών ΑΚΕΛ, θα λάβει κάθε νόμιμο μέτρο για να προασπίσει όπως την εννοεί την δεοντολογική και αντικειμενική ενημέρωση για να διασφαλιστεί ότι οι εθνικές συχνότητες θα χρησιμοποιούνται ανάλογα - όχι κατά το δοκούν».
Περαιτέρω αναφέρθηκε σε δηλώσεις του κ. Ευαγόρου επί του ιδίου θέματος, στις οποίες διατύπωνε παράπονο ότι ο ΑΝΤ1, στις 25 Απριλίου, 2009, αξιολόγησε και πρόβαλε το έκτακτο παγκύπριο συνέδριο του ΑΚΕΛ ως ένατο θέμα στο δελτίο του και ανέφερε ότι η δήλωση αυτή αποτελούσε αμφισβήτηση της αξιολόγησης που έκαμε ένας διευθυντής ειδήσεων με πείρα τριάντα χρόνων και μια ομάδα εκτελεστικών και αρχισυντακτών με την ίδια πείρα.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ κ. Αντρος Κυπριανού απάντησε στις 21 Ιουλίου, 2009, αναφέροντας ότι θεωρεί πως με βάση  την Ιδρυτική Πράξη και τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, «…η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται παραπόνων τηλεοπτικού σταθμού σε βάρος πολιτικού Κόμματος, είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα συγκεκριμένου μέσου».
Στη συνέχεια, ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου ζήτησε να παραθέσει και προφορικώς τις θέσεις του και προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής που συνεδρίασε στις  2 Σεπτεμβρίου, 2009.
Ο κ. Παπαφιλίππου υποστήριξε ότι η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί, με βάση τον ΚΔΔ, παραπόνου εναντίον τρίτων και ειδικότερα εναντίον του ΑΚΕΛ για τον πρόσθετο λόγο ότι «ελέγχει ΜΜΕ».
Επίσης αναφέρθηκε ειδικότερα στο Κυπριακό Βαρόμετρο που μεταδόθηκε στις 30 Απριλίου, 2009 και παρουσίαζε το Δημοκρατικό Συναγερμό πρώτο κόμμα και το ΑΚΕΛ δεύτερο με μικρή διαφορά, και είπε ότι η δημοσκόπηση αποδείχθηκε ότι ήταν απόλυτα ακριβής ως προς τα ποσοστά που πήραν τα κόμματα στις ευρωεκλογές.
Υστερα από ενημέρωση της οποίας έτυχε για την προφορική κατάθεση του κ. Παπαφιλίππου, ο Εκπρόσωπος Τύπου του ΑΚΕΛ κ. Σταύρος Ευαγόρου πληροφόρησε την Επιτροπή ότι επιθυμούσε να θέσει τις θέσεις του κόμματος ενώπιον υποεπιτροπής. Ο κ. Ευαγόρου προσήλθε ενώπιον υποεπιτροπής στις 2 Οκτωβρίου, 2009 και επανέλαβε τη θέση του ΑΚΕΛ ότι η Επιτροπή δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί παραπόνου εναντίον κόμματος.
Ανέφερε επίσης ότι η καταγγελία στην οποία προέβη για μεροληπτική στάση του ΑΝΤ1 προκύπτει όχι μόνο από τη μετάδοση του Κυπριακού Βαρόμετρου που αποτέλεσε αφορμή για τα εκατέρωθεν παράπονα, αλλά και από την εξέταση όλων των Κυπριακών Βαρομέτρων που μεταδόθηκαν προηγουμένως και δημιουργούσαν εντυπώσεις, καθώς και από τον αριθμό συμμετοχής εκπροσώπων που ΑΚΕΛ σε συζητήσεις στις μεσημβρινές εκπομπές.
Ο κ. Ευαγόρου δεν έδωσε περαιτέρω συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το παράπονο για διαχρονική μεροληπτική στάση ή για ελλιπή συμμετοχή εκπροσώπων του κόμματος σε εκπομπές του ΑΝΤ1.
Ο κ. Λουκής Παπαφιλίππου υπέβαλε στην Επιτροπή κατάλογο συμμετοχών εκπροσώπων των κομμάτων σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές συζητήσεις του ΑΝΤ1, για να απαντήσει στην κατηγορία για μικρότερο μερίδιο του ΑΚΕΛ στις συζητήσεις.
Κατά την εξέταση της υπόθεσης, η Επιτροπή σημείωσε ότι και οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι  δεν υπήρχε από μέρους τους καμιά κακή πρόθεση (mens rea) και ενεργώντας με βάση το άρθρο 17 των «Κανονισμών Λειτουργίας» που προβλέπει ότι «προτού εξετάσει το παράπονο, η Επιτροπή προσπαθεί να επιτύχει διευθέτηση με διαβούλευση με τα δύο μέρη ή με απ’ ευθείας διαβούλευση ή συνεννόηση των μερών» έκρινε σκόπιμο να καταβάλει προσπάθεια συνεννόησης των δύο μερών, η οποία δυστυχώς δεν τελεσφόρησε.
Ως εκ της φύσεως της υπόθεσης, η Επιτροπή αφιέρωσε πολύ χρόνο στην εξέταση των δύο παραπόνων, τόσο σε επίπεδο υποεπιτροπών, όσο και σε επανειλημμένες συνεδρίες της ολομέλειας, γεγονός που εξηγεί και το μακρό χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την περάτωσή της.
Η Επιτροπή προέβη σε ενδελεχή εξέταση των εκατέρωθεν θέσεων, λαμβάνοντας υπόψη ότι οφείλει να αποφεύγει άμεση εμπλοκή σε  αντιπαραθέσεις που είναι δυνατό να εκληφθούν ως ανάμιξή της σε θέματα που άπτονται πολιτικών θεμάτων, διότι αυτό είναι δυνατό να οδηγήσει σε υπόσκαψη της αποτελεσματικότητας της.
Η Επιτροπή έλαβε υπόψη ότι με βάση τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας «δέχεται, επιλαμβάνεται και αποφασίζει επί παραπόνων για κατ’ ισχυρισμό παραβιάσεις του παρόντα Κώδικα από Λειτουργό η/και Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, περιλαμβανομένων διαδικτυακών εκδόσεων των εγκεκριμένων ΜΜΕ με οπτικο-ακουστικό περιεχόμενο. Δίδει επίσης, κατά την κρίση της, στο πνεύμα αυτού του Κώδικα, ερμηνευτικές καθοδηγητικές γραμμές».
Περαιτέρω η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν δημιουργείται δικαιοδοσία επί τρίτων με βάση την πρόνοια ότι «κατ’ εξαίρεση, η Επιτροπή μπορεί να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως θεμάτων λόγω της σημασίας και της σοβαρότητάς τους».
Η Επιτροπή σημείωσε περαιτέρω ότι έχει επιφορτισθεί από τον Κώδικα Δημοσιογραφικής δεοντολογίας με την «υποχρέωση να προασπίζεται το δικαίωμα της Ελευθερίας Εκφρασης και την ανεξαρτησία των δημοσιογράφων» και κατ’ ακολουθίαν αποφάσισε ότι, στο πλαίσιο της αποστολής της έχει καθήκον και αρμοδιότητα να προβεί στην κατά την κρίση της κατάλληλη ενέργεια, υπό το πρίσμα των πιο πάνω προνοιών και του πνεύματος του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, για προάσπιση της Ελευθερίας της Εκφρασης.
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε και δεν αποδείχθηκε πρόθεση από μέρους του ΑΝΤ1 να μεροληπτήσει σε βάρος του ΑΚΕΛ και ότι δεν αποδείχθηκε μετάδοση ή πρόθεση μετάδοσης ανακριβών πληροφοριών.
Οσον αφορά την καταγγελία του ΑΝΤ1 περί απειλής εναντίον του εκ μέρους του ΑΚΕΛ, η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν υπήρξε πρόθεση διατύπωσης τέτοιας απειλής, αλλά διαπίστωσε ότι η φρασεολογία περί των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων ως εθνικού πλούτου ήταν ατυχής γιατί θα μπορούσε, σε συνδυασμό με συμφραζόμενα, να ερμηνευθεί ή να παρερμηνευθεί ως έμμεση απειλή εναντίον του δικαιώματος της Ελευθερίας Εκφρασης.

Επιστροφή

CMCC All rights reserved.

Site Development: NETSMART...